Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compasses
Παραδείγματα
The hiker used a compass to navigate through the dense forest and stay on the right path.
Ο πεζοπόρος χρησιμοποίησε μια πυξίδα για να πλοηγηθεί μέσα από το πυκνό δάσος και να παραμείνει στο σωστό μονοπάτι.
02
έκταση, πεδίο
the extent or area within which something functions, influences, or has authority
Παραδείγματα
The subject lies beyond the compass of this discussion.
Το θέμα βρίσκεται εκτός του πεδίου αυτής της συζήτησης.
03
διαβήτης, διαβήτης σχεδίασης
an instrument with two legs, one holding a point and the other a pencil, used for drawing circles or arcs
Παραδείγματα
The architect drew the dome's outline with a compass.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το περίγραμμα του θόλου με ένα διαβήτη.
04
έκταση, πεδίο
the outer boundary or extent of a person's capacity, power, or understanding
Παραδείγματα
The compass of human endurance is remarkable.
Η πυξίδα της ανθρώπινης αντοχής είναι αξιοσημείωτη.
to compass
01
αντιλαμβάνομαι, περιλαμβάνω
to grasp, comprehend, or fully take in the meaning or scope of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compass
γ΄ ενικό πρόσωπο
compasses
ενεστώτα μετοχή
compassing
απλός αόριστος
compassed
παθητική μετοχή
compassed
Παραδείγματα
He could not compass the magnitude of the disaster.
Δεν μπορούσε να κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής.
02
περιφέρομαι, περικυκλώνω
to travel or navigate around something in a circular course
Παραδείγματα
The cyclist aimed to compass the entire island, pedaling along its coastal roads and mountain trails.
Ο ποδηλάτης στόχευε να περιφέρει ολόκληρο το νησί, πετώντας κατά μήκος των παράκτιων δρόμων και των βουνίσιων μονοπατιών του.
03
επιτυγχάνω, πραγματοποιώ
to bring about, achieve, or successfully accomplish something
Παραδείγματα
They compassed their goal through patience and skill.
Κατέκτησαν τον στόχο τους μέσω της υπομονής και της δεξιότητας.



























