Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agreed
01
συμφωνημένος, ομολογημένος
having the same opinion about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agreed
συγκριτικός βαθμός
more agreed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
opinion, agreement, communication
agreed
01
Συμφωνημένο, Συμφωνώ
used to express concurrence or approval with a statement, suggestion, or decision
Παραδείγματα
Agreed. Let's move the meeting to Friday.
Συμφωνώ. Ας μεταφέρουμε τη συνάντηση για Παρασκευή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
agreed
agree



























