common noun
co
ˈkɒ
ko
mmon
mən
mēn
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "common noun"στα αγγλικά

01

κοινό ουσιαστικό, γενικό ουσιαστικό

(grammar) a noun that refers to an object or a concept in a category but not to a specific one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
common nouns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store