Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Common ground
01
κοινό έδαφος, κοινό σημείο
shared opinions, beliefs, or interests between parties that have disagreements about other things
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite their differing political views, the panelists were able to find common ground on the importance of economic stability.
Παρά τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις τους, οι συμμετέχοντες στο panel κατάφεραν να βρουν κοινό έδαφος για τη σημασία της οικονομικής σταθερότητας.



























