Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come together
01
ενώνω, συγκεντρώνομαι
(of people) to form a united group
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come together
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes together
ενεστώτα μετοχή
coming together
απλός αόριστος
came together
παθητική μετοχή
come together
Παραδείγματα
The community came together to organize a charity event for a local cause.
Η κοινότητα ενώθηκε για να οργανώσει μια φιλανθρωπική εκδήλωση για μια τοπική υπόθεση.
02
συναντιόμαστε, φτάνουμε μαζί
to arrive at a destination with someone after having traveled there together
Intransitive: to come together somewhere
Παραδείγματα
After a long road trip, we finally came together at the beach.
Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, τελικά συγκεντρωθήκαμε στην παραλία.



























