Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come away
01
φεύγω με, αποχωρώ με
to leave somewhere having a certain impression or feeling
Παραδείγματα
Despite the challenging meeting, she came away feeling optimistic about the project's future.
Παρά την πρόκληση της συνάντησης, έφυγε αισθανόμενη αισιόδοξη για το μέλλον του έργου.
02
φεύγω, αποχωρώ
to depart or leave a place
Παραδείγματα
After spending some time at the museum, we came away and continued exploring the city.
Αφού περάσαμε κάποιο χρόνο στο μουσείο, φύγαμε και συνεχίσαμε να εξερευνούμε την πόλη.
03
αποσπώμαι, ξεκολλάω
to become loose and separate from something
Παραδείγματα
A piece of fabric came away from the old chair.
Ένα κομμάτι ύφασμα αποσπάστηκε από την παλιά καρέκλα.



























