Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come away
01
φεύγω με, αποχωρώ με
to leave somewhere having a certain impression or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come away
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes away
ενεστώτα μετοχή
coming away
απλός αόριστος
came away
παθητική μετοχή
come away
Παραδείγματα
She came away feeling upset.
Αποχώρησε αισθανόμενη αναστατωμένη.
02
φεύγω, αποχωρώ
to depart or leave a place
Παραδείγματα
It's time to come away from the beach and head back to the hotel.
Ήρθε η ώρα να φύγετε από την παραλία και να επιστρέψετε στο ξενοδοχείο.
03
αποσπώμαι, ξεκολλάω
to become loose and separate from something
Παραδείγματα
The handle came away in his hand.
Η λαβή αποσπάστηκε στο χέρι του.



























