to come away
come
kʌm
kam
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "come away"στα αγγλικά

to come away
01

φεύγω με, αποχωρώ με

to leave somewhere having a certain impression or feeling 
to come away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come away
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes away
ενεστώτα μετοχή
coming away
απλός αόριστος
came away
παθητική μετοχή
come away
Παραδείγματα
She came away feeling upset. 

Αποχώρησε αισθανόμενη αναστατωμένη.

02

φεύγω, αποχωρώ

to depart or leave a place 
Παραδείγματα
It's time to come away from the beach and head back to the hotel. 

Ήρθε η ώρα να φύγετε από την παραλία και να επιστρέψετε στο ξενοδοχείο.

03

αποσπώμαι, ξεκολλάω

to become loose and separate from something 
Παραδείγματα
The handle came away in his hand. 

Η λαβή αποσπάστηκε στο χέρι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store