Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come along
01
προχωρώ, εξελίσσομαι
to develop or improve in a positive direction
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come along
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes along
ενεστώτα μετοχή
coming along
απλός αόριστος
came along
παθητική μετοχή
come along
Παραδείγματα
The project is coming along nicely, and we should be able to meet the deadline.
Το έργο προχωρά καλά και θα πρέπει να είμαστε σε θέση να τηρήσουμε την προθεσμία.
02
έρχομαι μαζί, συνοδεύω
to go someplace with another person
Intransitive
Παραδείγματα
I'm going to the park. Would you like to come along?
Πάω στο πάρκο. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;
03
αναπτύσσομαι, εμφανίζομαι
to develop or appear often unexpectedly, often as a result of certain circumstances
Intransitive
Παραδείγματα
The new restaurant has come along and is already attracting a lot of customers.
Το νέο εστιατόριο έχει εμφανιστεί και ήδη προσελκύει πολλούς πελάτες.
04
φτάνω, εμφανίζομαι
to arrive at a place
Intransitive: to come along somewhere | to come along point in time
Παραδείγματα
I'm waiting for my friend to come along to the restaurant.
Περιμένω τον φίλο μου να έρθει στο εστιατόριο.
come along
01
Έλα, Βιάσου
used to tell someone to do something more quickly or with more effort
Παραδείγματα
"Come along, we're going to be late for the movie!
Βιάσου, θα αργήσουμε για την ταινία!



























