comber
comb
ˈkəʊm
kewm
er
ə
ē
comercobbercambercumber

Ορισμός και σημασία του "comber"στα αγγλικά

01

χτενιστική μηχανή, μηχανή που χωρίζει και ισιώνει τις ίνες βαμβακιού ή μαλλιού

a machine that separates and straightens the fibers of cotton or wool 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combers
02

θραύστικο κύμα, μεγάλο κύμα

a long curling sea wave 
03

χτενιστής, ισιωτής ινών

a person who separates and straightens the fibers of cotton or wool 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store