Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comber
01
χτενιστική μηχανή, μηχανή που χωρίζει και ισιώνει τις ίνες βαμβακιού ή μαλλιού
a machine that separates and straightens the fibers of cotton or wool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
combers
02
θραύστικο κύμα, μεγάλο κύμα
a long curling sea wave
03
χτενιστής, ισιωτής ινών
a person who separates and straightens the fibers of cotton or wool
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
comber
comb



























