oil field
Pronunciation
/ˈɔɪl fˈiːld/

Ορισμός και σημασία του "oil field"στα αγγλικά

01

πετρελαιοπηγή, κοίτασμα πετρελαίου

an area containing underground deposits of oil that can be extracted commercially 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
Παραδείγματα
Workers traveled to the oil field before sunrise. 

Οι εργαζόμενοι ταξίδεψαν στο πετρελαιωνικό κοίτασμα πριν από την ανατολή του ηλίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store