high-waisted
Pronunciation
/hˈaɪwˈeɪstᵻd/

Ορισμός και σημασία του "high-waisted"στα αγγλικά

high-waisted
01

με ψηλή μέση

designed with a waistband that sits above the natural waistline 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, clothing
Παραδείγματα
She wore high-waisted jeans with a tucked-in blouse. 

Φορούσε ψηλόμεσο τζιν με μπλούζα μέσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store