major general
ma
ˈmeɪ
mei
jor
ʤə
ge
ʤɛ
je
ne
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "major general"στα αγγλικά

01

αντιστράτηγος, στρατηγός

a very high-ranking officer in the army or the US Air Force 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
major generals
Παραδείγματα
The major general visited the military base. 

Ο αντιστράτηγος επισκέφτηκε τη στρατιωτική βάση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store