birth mother
Pronunciation
/bˈɜːθ mˈʌðɚ/

Ορισμός και σημασία του "birth mother"στα αγγλικά

01

βιολογική μητέρα, μητέρα γέννησης

the woman who gives birth to a child
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birth mothers
Παραδείγματα
Years later, she reunited with her birth mother and learned about her early life.
Χρόνια αργότερα, επανενώθηκε με τη βιολογική της μητέρα και έμαθε για την πρώιμη ζωή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store