soft power
soft
sɔft
sawft
power
paʊər
pawer
/sˈɒft pˈaʊə/

Ορισμός και σημασία του "soft power"στα αγγλικά

01

μαλακή δύναμη, μαλακή επιρροή

the use of culture, diplomacy, or economic influence to persuade other countries without force
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The country used soft power to improve its image after the conflict.
Η χώρα χρησιμοποίησε soft power για να βελτιώσει την εικόνα της μετά τη σύγκρουση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store