conditional discharge
Pronunciation
/kəndˈɪʃənəl dɪstʃˈɑːɹdʒ/

Ορισμός και σημασία του "conditional discharge"στα αγγλικά

Conditional discharge
01

υπό όρους αποφυλάκιση, υπό όρους αθώωση

a court decision that releases a defendant without punishment, as long as they meet certain conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conditional discharges
Παραδείγματα
The court explained the conditions of his conditional discharge.
Το δικαστήριο εξήγησε τους όρους της υπό όρους αποφυλάκισής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store