Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conditional discharge
01
υπό όρους αποφυλάκιση, υπό όρους αθώωση
a court decision that releases a defendant without punishment, as long as they meet certain conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conditional discharges
Παραδείγματα
The judge gave him a conditional discharge.
Ο δικαστής του χορήγησε υπό όρους αποφυλάκιση.



























