general counsel
ge
ʤɛ
τζε
ne
να
ral
rəl
ραλ
coun
kaʊn
καουν
sel
səl
σαλ

Ορισμός και σημασία του "general counsel"στα αγγλικά

General counsel
01

γενικός σύμβουλος, νομικός διευθυντής

the chief lawyer who advises a company on legal matters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
general counsels
Παραδείγματα
The general counsel reviewed the contract. 

Ο γενικός σύμβουλος εξέτασε τη σύμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store