open prison
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
pri
prɪ
pri
son
zən
zēn

Ορισμός και σημασία του "open prison"στα αγγλικά

01

ανοιχτή φυλακή, ανοιχτή σωφρονιστική εγκατάσταση

a prison where inmates have more freedom and fewer restrictions than in regular prisons 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open prisons
Παραδείγματα
He was sent to an open prison. 

Στάλθηκε σε μια ανοιχτή φυλακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store