Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joyrider
01
κλέφτης αυτοκινήτου για επικίνδυνη οδήγηση για διασκέδαση, επικίνδυνος οδηγός για διασκέδαση
a person who steals a car to drive it dangerously for fun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
joyriders
Παραδείγματα
A joyrider took my car yesterday.
Ένας κλέφτης αυτοκινήτων για διασκέδαση πήρε το αυτοκίνητό μου χθες.
Λεξικό Δέντρο
joyrider
joyride
joy
ride



























