abductee
ab
ab
ab
duc
ˈdʌk
dak
tee
ti:
ti
enlisteereparteeabsenteemurderee

Ορισμός και σημασία του "abductee"στα αγγλικά

01

απαχθείς, όμηρος

a person who has been taken away illegally by force 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abductees
Παραδείγματα
The abductee was found safe. 

Ο απαχθείς βρέθηκε ασφαλής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store