ass-hopper
ass
ɑ:s
aas
ho
ho
pper
asshopper

Ορισμός και σημασία του "ass-hopper"στα αγγλικά

01

αλτές κώλων, πηδηχτής οπισθίων

a homosexual man who is extremely sexually active 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ass-hoppers
αρσενικό ενικό
ass-hopper
neutral form
promiscuous person
Παραδείγματα
That ass-hopper laughed while flirting across the bar. 

Αυτός ο κωλοπηδήχτης γέλασε ενώ φλερτάριζε απέναντι από το μπαρ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store