Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punker
01
περιθωριακός εργαζόμενος του σεξ, υπόγεια πόρνη
a sex worker, especially one operating in marginal or underground settings
dated
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
punkers
Παραδείγματα
He quit being a punker and disappeared.
Σταμάτησε να είναι πάνκερ και εξαφανίστηκε.
02
πουστης, παθητικός
a gay man, often assumed to take a passive or submissive sexual role
offensive
slang
Παραδείγματα
He rejected the punker stereotype completely.
Απέρριψε εντελώς το στερεότυπο του punker.
03
σεξουαλικά υποταγμένο άτομο, θύμα σεξουαλικής υποταγής
a person forced or pressured into sexual submission, especially in incarceration
offensive
slang
Παραδείγματα
He stayed alert to avoid becoming a punker.
Παραμένει σε εγρήγορση για να αποφύγει να γίνει πάνκερ.



























