Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Christard
01
Χριστάρδ, Χριστάρδ
a person viewed as stupid, sanctimonious, or self-righteous because of their adherence to Christianity or extreme religiosity
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Christards
Παραδείγματα
That Christard lectured everyone about sin at the party.
Ο Christard έδωσε διάλεξη σε όλους για την αμαρτία στο πάρτι.
LanGeek



























