Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to asslick
01
γλείφω, κολακεύω υποτακτικά
to flatter or praise someone excessively to gain favor
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
asslick
γ΄ ενικό πρόσωπο
asslicks
ενεστώτα μετοχή
asslicking
απλός αόριστος
asslicked
παθητική μετοχή
asslicked
Παραδείγματα
Do n't asslick your way out of responsibility.
Μην γλείφεις για να ξεφύγεις από την ευθύνη.
Asslick
01
κολακεία, γλείψιμο
excessive, servile flattery or behavior intended to gain favor from someone in power
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His asslick behavior fooled no one.
Η συμπεριφορά του γλείφτη δεν ξεγέλασε κανέναν.
02
γλείφτης, κολακευτής
a person who flatters excessively or obsequiously in order to gain favor
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Teenagers call anyone who sucks up an asslick.
Οι έφηβοι αποκαλούν γλείφτη οποιονδήποτε κολακεύει υπερβολικά.



























