cyberwhore
cy
ˈsaɪ
sai
ber
whore
ˌhɔ:
haw
cyberho

Ορισμός και σημασία του "cyberwhore"στα αγγλικά

01

κυβερνοπόρνη, κυβερνοπουτάνα

a person who engages in sexual roleplay or imagined sexual activity online, especially for attention or validation 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cyberwhores
αρσενικό ενικό
cyberwhore
θηλυκό ενικό
cyberwhore
neutral form
cybersex participant
Παραδείγματα
He called her a cyberwhore for flirting online. 

Την αποκάλεσε κυβερνοπόρνη επειδή φλερτάρισε στο διαδίκτυο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store