ass pirate
ass
ˈas
as
pi
paɪ
pai
rate
rət
rēt
aspirate
ass-pirate

Ορισμός και σημασία του "ass pirate"στα αγγλικά

01

πειρατής κώλου, κυνηγός πρωκτού

a man who engages in anal sex, particularly one who actively pursues it 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ass pirates
αρσενικό ενικό
ass pirate
Παραδείγματα
He yelled ass pirate across the room. 

Φώναξε πειρατής κώλου απέναντι στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store