butt fuck
butt
bʌt
bat
fuck
fʌk
fak

Ορισμός και σημασία του "butt fuck"στα αγγλικά

01

σοδομισμός, πρωκτική συνουσία

anal intercourse 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butt fucks
Παραδείγματα
The butt fuck left them both breathless. 

Ο πρωκτικός συνουσία τους άφησε και τους δύο ασθμαίνοντας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store