Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butt fuck
01
σοδομισμός, πρωκτική συνουσία
anal intercourse
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butt fucks
Παραδείγματα
The butt fuck left them both breathless.
Ο πρωκτικός συνουσία τους άφησε και τους δύο ασθμαίνοντας.
LanGeek



























