fuck puppet
fuck
ˈfʌk
fak
pu
pa
ppet
pɪt
pit

Ορισμός και σημασία του "fuck puppet"στα αγγλικά

01

σεξουαλική μαριονέτα, κούκλα γαμήσια

a person treated as a passive sexual object without agency or personal will 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fuck puppets
Παραδείγματα
That fuck puppet went along with everything without resistance. 

Αυτή η πουτάνα μαριονέτα πήγε με τα πάντα χωρίς αντίσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store