Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skullfuck
01
συγχύζω διανοητικά, χειραγωγώ επιθετικά
to mentally overwhelm, confuse, or aggressively manipulate someone
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skullfuck
γ΄ ενικό πρόσωπο
skullfucks
ενεστώτα μετοχή
skullfucking
απλός αόριστος
skullfucked
παθητική μετοχή
skullfucked
Παραδείγματα
He admitted the situation skullfucked his brain.
Παραδέχτηκε ότι η κατάσταση του μπέρδεψε τελείως το μυαλό.
02
πραγματοποιώ βίαιο εξαναγκαστικό στοματικό σεξ, εκτελώ επιθετικό εξαναγκαστικό στοματικό σεξ
to perform an extremely forceful form of oral sex in which the active partner controls the other person's head and thrusts aggressively
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
She warned him not to try skullfucking unless there was clear consent.
Τον προειδοποίησε να μην δοκιμάσει το skullfucking εκτός αν υπάρχει σαφής συγκατάθεση.



























