vonce
vonce
vɒns
vons
voice

Ορισμός και σημασία του "vonce"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, άχρηστος

a person regarded as contemptible, worthless, or despicable 
vonce definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vonces
Παραδείγματα
The vonce tripped over his own ego again. 

Ο βονς σκόνταψε ξανά στο δικό του εγώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store