vonce
vonce
vɑ:ns
vaans
/vˈɒns/

Ορισμός και σημασία του "vonce"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, άχρηστος

a person regarded as contemptible, worthless, or despicable
vonce definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vonces
Παραδείγματα
The vonce laughed nervously after messing up.
Ο βονς γέλασε νευρικά αφού τα έκανε όλα μαντάρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store