skullfucker
skull
ˈskʌl
σκαλ
fu
ˌfʌ
φα
cker
κα

Ορισμός και σημασία του "skullfucker"στα αγγλικά

01

σεξουαλικά διεστραμμένος, επιθετικός άσεμνος

a person sexually perverse, aggressive, or obscene 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
skullfuckers
Παραδείγματα
That skullfucker bragged about disgusting acts online. 

Αυτός ο skullfucker καυχήθηκε για αηδιαστικές πράξεις στο διαδίκτυο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

skullfucker
skullfuck
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store