scrote
scrote
skroʊt
skrowt
/skɹˈəʊt/

Ορισμός και σημασία του "scrote"στα αγγλικά

01

πάλιο, καριόλη

a person regarded with contempt
Dialectbritish flagBritish
scrote definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrotes
Παραδείγματα
The scrote smirked like he'd won.
Ο scrote χαμογέλασε σαν να είχε κερδίσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store