Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pavement princess
01
πριγκίπισσα του πεζοδρομίου, βασίλισσα της εμφάνισης
a woman mocked as vain, image-obsessed, and focused on appearance over substance
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pavement princesses
Παραδείγματα
They rolled their eyes and dismissed her as a pavement princess.
Γύρισαν τα μάτια τους και την απέρριψαν ως πριγκίπισσα του πεζοδρομίου.



























