motherbitch
mo
ˈmʌ
ma
ther
ðə
dhē
bitch
ˌbɪʧ
bich

Ορισμός και σημασία του "motherbitch"στα αγγλικά

01

πουτάνα, κάργα

a contemptible or unpleasant woman 
motherbitch definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motherbitches
Παραδείγματα
The motherbitch cut everyone off in traffic. 

Η πουτάνα έκοψε όλους στην κυκλοφορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store