Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motherbitch
01
πουτάνα, κάργα
a contemptible or unpleasant woman
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motherbitches
Παραδείγματα
The motherbitch cut everyone off in traffic.
Η πουτάνα έκοψε όλους στην κυκλοφορία.
Λεξικό Δέντρο
motherbitch
mother
bitch



























