Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Megadouche
01
μεγαμπάσταρδος, μεγακακός
an extremely contemptible, arrogant, or obnoxious person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
megadouches
αρσενικό ενικό
megadouche
θηλυκό ενικό
megadouche
neutral form
megadouche
Παραδείγματα
The megadouche bragged about his wealth nonstop.
Ο μεγα-μαλάκας καυχιόταν ασταμάτητα για τον πλούτο του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
megadouche
mega
douche



























