Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Megabitch
01
μεγάλη σκύλα, μεγαλομπίτσα
an extremely unpleasant, aggressive, or nasty woman
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
megabitches
Παραδείγματα
The megabitch coworker undermined everyone.
Η μεγασκόλακα συνάδελφος υπονόμευσε όλους.
Λεξικό Δέντρο
megabitch
mega
bitch



























