Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cold medicine
01
φάρμακο για το κρυολόγημα, γιατροσόφι για το κρυολόγημα
a type of medication used to relieve the symptoms of the common cold, such as runny nose, cough, and sore throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cold medicines
Παραδείγματα
She packed cold medicine in her travel bag, just in case.
Συσκεύασε φάρμακο για το κρύωμα στην ταξιδιωτική της τσάντα, για κάθε ενδεχόμενο.



























