cold medicine
cold
ˈkəʊld
kewld
me
me
di
cine
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "cold medicine"στα αγγλικά

01

φάρμακο για το κρυολόγημα, γιατροσόφι για το κρυολόγημα

a type of medication used to relieve the symptoms of the common cold, such as runny nose, cough, and sore throat 
cold medicine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cold medicines
Παραδείγματα
She took some cold medicine to relieve her congestion. 

Πήρε κάποιο φάρμακο για το κρυολόγημα για να ανακουφίσει τη συμφόρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store