fudger
fu
ˈfʌ
fa
dger
ʤər
jēr
/fˈʌdʒə/

Ορισμός και σημασία του "fudger"στα αγγλικά

01

απατεώνας, ψεύτης

a dishonest, cowardly, or evasive person
fudger definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fudgers
Παραδείγματα
She 's angry at the fudger who backed out of the promise.
Είναι θυμωμένη με τον αποφευκτικό που απέσυρε την υπόσχεσή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store