fuckster
fucks
ˈfʌks
φακσ
ter
tə
τα

Ορισμός και σημασία του "fuckster"στα αγγλικά

01

αχρείος, πονηρός

a contemptible, sleazy, or unpleasant person 
fuckster definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fucksters
Παραδείγματα
The fuckster promoter sold fake tickets to the concert. 

Ο fuckster προωθητής πούλησε ψεύτικα εισιτήρια για τη συναυλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store