fucklord
fuck
fək
fēk
lord
lɔrd
lawrd
/fˈʌklɔːd/

Ορισμός και σημασία του "fucklord"στα αγγλικά

01

αλαζόνας μαλάκας, καταφρονητικός τύραννος

an arrogant, domineering, or contemptible person
fucklord definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fucklords
Παραδείγματα
The fucklord bragged about fake wealth.
Ο fucklord καυχήθηκε για τον ψεύτικο πλούτο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store