fuckboy
fuck
ˈfʌk
φακ
boy
ˌbɔɪ
μποϊ
fucktoy

Ορισμός και σημασία του "fuckboy"στα αγγλικά

01

χειριστικός μαλάκας, άθλιος γυναικάς

a manipulative, promiscuous man who treats romantic partners poorly 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fuckboys
αρσενικό ενικό
fuckboy
θηλυκό ενικό
fuckgirl
neutral form
toxic partner
Παραδείγματα
She finally dumped the fuckboy who kept texting other girls. 

Επιτέλους πέταξε τον fuckboy που συνέχιζε να στέλνει μηνύματα σε άλλα κορίτσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store