fuckbait
fuck
ˈfʌk
fak
bait
beɪt
beit

Ορισμός και σημασία του "fuckbait"στα αγγλικά

01

σεξουαλικό δόλωμα, προκλητική

a person, usually a woman, seen as sexually provocative or bait for attention 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuckbaits
Παραδείγματα
The influencers posting thirst traps got called fuckbait in the comments. 

Οι influencers που δημοσιεύουν παγίδες προσοχής αποκαλέστηκαν fuckbait στα σχόλια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store