Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dickbreath
01
μαλάκας, αρχίδι
an obnoxious, contemptible person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dickbreaths
Παραδείγματα
That dickbreath cut me off in traffic and then flipped me off like it was my fault.
Αυτός ο μαλάκας με έκοψε στην κυκλοφορία και μετά μου έδειξε το μεσαίο δάχτυλο σαν να ήταν δικό μου λάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dickbreath
dick
breath



























