crack whore
crack
kræk
krāk
whore
ho:r
hor
/kɹˈak hˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "crack whore"στα αγγλικά

01

πορνή εθισμένη σε κρακ, πόρνη του κρακ

a woman addicted to crack cocaine and engaging in prostitution to support the habit
Dialectamerican flagAmerican
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crack whores
Παραδείγματα
Neighbors complained about crack whores on the street corner.
Οι γείτονες παραπονέθηκαν για τις πορνές ναρκομανείς στη γωνία του δρόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store