crack whore
crack
krak
krak
whore
hɔ:
haw

Ορισμός και σημασία του "crack whore"στα αγγλικά

01

πορνή εθισμένη σε κρακ, πόρνη του κρακ

a woman addicted to crack cocaine and engaging in prostitution to support the habit 
Dialectamerican flagAmerican
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
crack whores
αρσενικό ενικό
crack whore
θηλυκό ενικό
crack whore
neutral form
crack addict engaged in prostitution
Παραδείγματα
The documentary followed former crack whores trying to recover. 

Το ντοκιμαντέρ ακολούθησε πρώην πόρνες που είναι εθισμένες σε κρακ που προσπαθούν να ανακάμψουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store