Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cockwaddle
01
ανόητος, γελοίος άνθρωπος
a foolish or ridiculous person
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockwaddles
Παραδείγματα
Only a cockwaddle would wear flip-flops in the snow.
Μόνο ένας ηλίθιος θα φορούσε σαγιονάρες στο χιόνι.
Λεξικό Δέντρο
cockwaddle
cock
waddle



























