cockwaddle
cock
kɑk
kaak
wa
vaa
ddle
dəl
dēl
/kˈɒkwɒdəl/

Ορισμός και σημασία του "cockwaddle"στα αγγλικά

01

ανόητος, γελοίος άνθρωπος

a foolish or ridiculous person
cockwaddle definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockwaddles
Παραδείγματα
Only a cockwaddle would wear flip-flops in the snow.
Μόνο ένας ηλίθιος θα φορούσε σαγιονάρες στο χιόνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store