cocktease
Pronunciation
/kˈɑːktiːz/

Ορισμός και σημασία του "cocktease"στα αγγλικά

01

προκλητική, αποπλανήτρια

a person, usually a woman, who deliberately arouses sexual interest but refuses to follow through
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockteases
Παραδείγματα
He felt frustrated dating a cocktease who never went further.
Αισθάνθηκε απογοητευμένος που βγαίνει με μια προκλητική που δεν πήγαινε ποτέ παραπέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store