cocktease
cock
kɒk
kok
tease
tiz
tiz

Ορισμός και σημασία του "cocktease"στα αγγλικά

01

προκλητική, αποπλανήτρια

a person, usually a woman, who deliberately arouses sexual interest but refuses to follow through 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockteases
Παραδείγματα
He called her a cocktease for flirting all night and then leaving alone. 

Την αποκάλεσε προκλητική επειδή φλερτάρισε όλη τη νύχτα και μετά έφυγε μόνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store