butt-wipe
butt
bʌt
bat
wipe
waɪp
vaip

Ορισμός και σημασία του "butt-wipe"στα αγγλικά

01

ένας άχρηστος, ένας περιφρονητέος

a worthless, contemptible, or useless person 
butt-wipe definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butt-wipes
Παραδείγματα
The butt-wipe charged me for parts he never installed. 

Ο άχρηστος μου χρέωσε για ανταλλακτικά που ποτέ δεν εγκατέστησε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store