butt tickler
butt
ˈbʌt
bat
tick
tɪk
tik
ler

Ορισμός και σημασία του "butt tickler"στα αγγλικά

01

γλείφτης, κολακευτής

someone regarded as silly, subservient, or ridiculous 
butt tickler definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butt ticklers
Παραδείγματα
He was a butt tickler. 

Ήταν ένας γαργαλητής πισινών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store