butt-lord
butt
bət
bēt
lord
lɔrd
lawrd
/bˈʌtlˈɔːd/

Ορισμός και σημασία του "butt-lord"στα αγγλικά

01

άρχοντας των οπίσθιων, τύραννος των γλουτών

a contemptible, obnoxious, or domineering person
butt-lord definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butt-lords
Παραδείγματα
The butt-lord customer demanded special treatment for no reason.
Ο πελάτης butt-lord απαίτησε ειδική μεταχείριση χωρίς λόγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store