butt farter
butt
ˈbʌt
bat
far
fɑ:
faa
ter

Ορισμός και σημασία του "butt farter"στα αγγλικά

01

κωλοπορδιάρης, πορδιάρης

a person who farts a lot 
προσβλητικό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butt farters
Παραδείγματα
The kids laughed and called him butt farter after the loud noise. 

Τα παιδιά γέλασαν και τον αποκάλεσαν κωλοκάρυδο μετά τον δυνατό θόρυβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store