buttass
butt
bʌt
μπατ
ass
ɑ:s
ασ

Ορισμός και σημασία του "buttass"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a contemptible, foolish, or annoying person 
buttass definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
buttasses
Παραδείγματα
Stop being a buttass and share the armrest. 

Σταμάτα να είσαι ηλίθιος και μοιράσου το μπράτσο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store